μορφά

μορφά̱ , μορφή
form
fem nom/voc/acc dual
μορφά̱ , μορφή
form
fem nom/voc sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • μόρφα — μόρφᾱ , μορφάω pres imperat act 2nd sg μόρφᾱ , μορφάω imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 'μορφα — ἄμορφα , ἄμορφος misshapen neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μορφᾶ — μορφάω pres subj act 1st sg (doric aeolic) μορφάω pres ind act 1st sg (doric aeolic) μορφάζω gesticulate fut ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μορφᾷ — μορφάω pres subj mp 2nd sg μορφάω pres ind mp 2nd sg (epic) μορφάω pres subj act 3rd sg μορφάω pres ind act 3rd sg (epic) μορφάζω gesticulate fut ind mid 2nd sg (epic) μορφάζω gesticulate fut ind act 3rd sg (epic) μορφή form fem dat sg (doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μορφᾶι — μορφᾷ , μορφάω pres subj mp 2nd sg μορφᾷ , μορφάω pres ind mp 2nd sg (epic) μορφᾷ , μορφάω pres subj act 3rd sg μορφᾷ , μορφάω pres ind act 3rd sg (epic) μορφᾷ , μορφάζω gesticulate fut ind mid 2nd sg (epic) μορφᾷ , μορφάζω gesticulate fut ind… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μορφάσαι — μορφά̱σᾱͅ , μορφάω pres part act fem dat sg (doric) μορφά̱σαῑ , μορφάω aor opt act 3rd sg (doric aeolic) μορφά̱σᾱͅ , μορφάζω gesticulate fut part act fem dat sg (doric) μορφάζω gesticulate aor inf act μορφάσαῑ , μορφάζω gesticulate aor opt act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μορφᾶς — μορφᾶ̱ς , μορφάω pres ind act 2nd sg (doric) μορφᾶ̱ς , μορφάζω gesticulate fut ind act 2nd sg (doric) μορφή form fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μόρφαν — μόρφᾱν , μορφάω imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) μόρφᾱν , μορφάω imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μορφάεσ' — μορφά̱εσαι , μορφήεις formed fem nom/voc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μορφάν — μορφά̱ν , μορφή form fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.